Κοντογιανναίοι. Οι οπλαρχηγοί της Oίτης
Γενάρχης τους ήταν ο Γιάννος Κοντογιάννης, που γεννήθηκε στο Χαλκιόπουλο του Βάλτου το 1710. Υπηρέτησε στο σώμα του Μπουκουβάλα κι ανδραγάθησε στη μάχη του Κεράσοβου κατά του Κουρτ πασά, που τον εξόντωσε στο Βάλτο και κέρδισε τη χρυσοποίκιλτη πάλα του. Ύστερα αναδείχθηκε αρχηγός.
Με το ασκέρι του πήγε και πάτησε το αρματολίκι του Πατρατζικιού. Όταν πέθανε, κληρονόμησαν το αρματολίκι τα δυο παιδιά του, ο Κωσταντής κι ο Μήτσιος, που αντιτάχθηκαν στον Αλή πασά και πολέμησαν με το Γιουσούφ Αράπη. Ο Κωνσταντής σκοτώθηκε στη μάχη της Τατάρνας κι ο γιος του ο Νικολάκης αιχμαλωτίσθηκε. Ο Μήτσιος διέφυγε, κατέφυγε στη Λευκάδα, αργότερα "προσκύνησε" τον Αλή, ξαναπήρε το αρματολίκι του Πατρατζικιού και συμπαρατάχθηκε μαζί με τους Αρβανίτες ενάντια στα σουλτανικά στρατεύματα, που πολεμούσαν τον Αλή. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία το 1819 αλλά δίσταζε να δράσει, θεωρώντας πως ο τόπος κι ο χρόνος δεν προσφέρονταν ακόμη για επανάσταση. Γι' αυτό και δε βοήθησε το Διάκο στη μάχη της Αλαμάνας. Διατηρούσε άσβεστο μίσος κατά των Χατζαίων, προκρίτων του Μαυρίλου, γιατί τους θεωρούσε καταδότες υπέρ του Γιουσούφ Αράπη και υπεύθυνους για την οικογενειακή του περιπέτεια.Φτάνει ως το έγκλημα, σκοτώνοντας 5 παιδιά του Χατζηαναγνώστη. Στη Δ΄ Εθνική Συνέλευση του Αστρους (11 -7-1829) αντιπροσώπευσε την Υπάτη ως πληρεξούσιος.Ο γιος του Μήτσιου, ο Νικολάκης, πολέμησε και σκοτώθηκε στην Καλιακούδα (1823), ο Βαγγέλης έσωσε το πατέρα του στην Έξοδο του Μεσολογγίου, πήρε μέρος στα αντιοθωνικά, εκλέχθηκε βουλευτής Φθιώτιδας και πέθανε υποστράτηγος στο Αγά (Σπερχειάδα).Ο τρίτος γιος του ο Γιάννος έγινε δήμαρχος Σπερχειάδας. Ο Σπύρος, γιος του Κωσταντή, πολέμησε σαν χιλίαρχος στο Μεσολόγγι και σκοτώθηκε. Εκεί πολεμούσε κι ο αδερφός του Νικολάκης. Η οικογένεια των Κοντογιανναίων, παράλληλα προς την πολεμική της δράση κατά των Τούρκων σαν καπετανέοι που ήταν, δεν παρέλειπαν να βλέπουν και τα οικονομικά ωφέλη πάνω στον τόπο. Αν κάποιοι απλοί κλέφτες είχαν πάντα στο νου τους και τη λαφυραγωγία ("πλιάτσικο"), οι μεγαλοκαπετανέοι άρπαζαν από τους Τούρκους ή καταπατούσαν ολόκληρες εκτάσεις γης κι από το τίποτα γίνονταν μεγαλοκτηματίες.Χωράφια και δάση από το χωριό Αγά (Σπερχειάδα) του Φθιωτικού κάμπου ως τη Λάσπη (Αγιος Νικόλαος) του Καρπενησίου ήταν τσιφλίκι των Κοντογιανναίων και η συμπεριφορά τους προς τους χωρικούς (κολίγους) ήταν σκληρή.Διέλυσαν οικογένειες αντιπάλων τους (όπως του Δημάκη στο Μαυρίλο) ή κατέστρεψαν χωριά όπως το Παλιοχώρι κοντά στο σημερινό χωριό Τυμφρηστός
Ο Γιουσούφ Αράπης τραγούδι !..
Η επιδρομή του Γιουσούφ Αράπη έφερε κάποια αποτελέσματα και κατόρθωσε ν' αλλάξει σε πολλές περιπτώσεις το φρόνημα του ξεσηκωμένου λαού και πριν απ' όλα των καπετανέων. Όταν τα κεφάλια του Κωσταντή Κοντογιάννη και των 4 από τα πρωτοπαλίκαρά του μεταφέρθηκαν στα Γιάννενα κι επιδείχθηκαν στον Αλή πασά ο φόβος κι ο τρόμος απλώνονταν παντού. Ο Γιουσούφ Αράπης επιβλήθηκε ως ήρωας και το κατόρθωμά του έγινε τραγούδι χορευτικό, που τραγουδήθηκε από τους ταμπάκηδες (δερματάδες) τραγουδιστές στα Γιάννενα, διαδόθηκε στο χώρο της Ρούμελης κι έλεγε:
|
|
Γιουσούφ Αράπης πολεμάει
μεΤούρκους με Ρωμαίους με τους Κοντογιανναίους. Γιουσούφ Αράπης γιουρούστισε με το σπαθί στο χέρι πέντε κεφάλια παίρνει... |
|
Aλλο, που σώζεται ως σήμερα, τραγουδιέται και χορεύεται σε τσάμικο σκοπό, αναφέρει:
|
|
Τ' έχουν οι κάμποι και βογγούν, μωρ' Αράπη και τα βουνά και σκούζουν, Σούφη καημέν' Αράπη; Γιουσούφ Αράπης πολεμάει με δυο με τρεις χιλιάδες. ...Μετριούνται οι Τούρκοι τρεις φορές και λείπουν δυο χιλιάδες, μετριώνται τα κλεφτόπουλα και λείπουν δυο λεβέντες. |
|
Όπως αναφέρει κι ο Γιάννης Βλαχογιάννης είναι η μοναδική φορά που δημοτικό τραγούδι αναφέρεται με θαυμασμό προς τους δυνάστες... Αυτό ξεκινάει από το ραγιαδίστικο και πεσμένο ηθικό των προσκυνημένων εκείνων των χρόνων. Αντίθετα το δεύτερο τραγούδι είναι μέσα στο ηρωικό πνεύμα των κλέφτικων τραγουδιών και πλάστηκε, ίσως σε μέρες με ανεβασμένο το φρόνημα του λαού.
Το τραγικό τέλος του Αλή πασά
Όταν οι πραγματικοί σκοποί του Αλή πασά για ίδρυση δικής του αυτοκρατορίας έγιναν γνωστοί, ανησύχησαν, όπως ήταν φυσικό, το σουλτάνο, ο οποίος έστειλε εναντίον του πολυάριθμο στρατό τελικά δε το εκστρατευτικό σώμα από την Πελοπόννησο με αρχηγό το Χουρσίτ πασά (1820). Το 1822 ο Αλή πασάς, το "Λιοντάρι της Ηπείρου" απομονωμένος, χωρίς συμμάχους και φίλους, εξοντώθηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα στο τελευταίο του καταφύγιο, το νησί της λίμνης των Ιωαννίνων.
Το κεφάλι του, καθώς και τα κεφάλια των παιδιών του και του εγγονού του στάλθηκαν στην Πύλη "πεσκέσι" στο σουλτάνο. Μα κι ο Χουρσίτ δεν είχε καλύτερη τύχη. θεωρήθηκε καταχραστής των αμύθητων θησαυρών του Αλή κι εκτελέστηκε στη Λάρισα με εντολή του σουλτάνου...
ΤΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ
Ο Μήτσος και ο Κωσταντής Κοντογιανναίοι, γιοι του Γιαννάκη Κοντογιάννη, ήταν αρματολοί της Υπάτης και όλης της Οίτης , στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Τον Κωσταντήν σκότωσε ο Δημάκης από το Μαυρίλο Το παρακάτω για τον φόνο δημοτικό τραγούδι ,αναφέρει ότι συνελήφθη και ο Νικολάκης Κοντογιάννης. Νικολάκης ήταν το όνομα ενός γιού του Μήτσου και ενός του Κωσταντή. Και οι δύο αγωνίσθηκαν κατά την επανάσταση. Παραλλαγή του τραγουδιού αντί του Νικολάκη αναφέρει ως πληγωθέντα τον αδελφό της Κοντογιάνναινας, το Μήτσο
Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται νιο φεγγάρι,
κοιμάται η καπετάνισσα, νύφη του Κοντογιάννη
μέσ' 'ς τα χρυσά παπλώματα μέσ' 'ς τα χρυσά σεντόνια.
Να την ξυπνήσω ντρέπομαι, να της το πω φοβούμαι,
να μάσω μοσκοκάρυδα να την πετροβολήσω,
ίσως την πάρη η μυρωδιά, ίσως την εξυπνήση.
Σηκώθη η καπετάνισσα και με γλυκορωτάει.
"Το τι μαντάτα μού 'φερες από τους καπετάνιους;
-Πικρά μαντάτα σού 'φερα από τους καπετάνιους.
Το Νικολάκη πιάσανε, τον Κωσταντή βαρέσαν.
-Πού σαι, μαννούλα, πρόφτασε, πιάσε μου το κεφάλι,
και δέσ' το μου σφιχτά, για να μοιρολογήσω.
Και ποιόν να κλάψω από τους δυο; ποιανού να πω τοις χάρες;
Να κλάψω για τον Κωσταντή, ή για το Νικολάκη;
Ήσαν μπαϊράκια 'ς τα βουνά, και φλάμπουρα 'ς τους κάμπους.
Τι ναν' ο αχός που ακούεται κι η ταραχή η μεγάλη
Μήνα βουβάλια σφάζονται; μήνα θεριά μαλλόνουν;
Ούτε βουβάλια σφάζονται κι ούτε θεριά μαλλόνουν
Ο Μπουκουβάλας πολεμάει με τους Μετσοϊσιαίους
Στη μέση στο Κεράσοβο και στην καινούργια χώρα
Εχοντας για βοήθεια του τα τέσσερα πρωτάτα
Το Γεροδήμο, το Σταθά, το Γιάννη Κοντογιάννη
Τον Καρακίτσο μ' όλους του και τον Κολιό Στουρνάρη
Τι έχουν της Γούρας τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μην άνεμος τα πολεμάει, μήνα βροχή τα δέρνει;
Ουδ' άνεμος τα πολεμάει κι ουδέ βροχή τα δέρνει,
Από της Τουρκιάς τα κλάμματα κι από τα μοιρολόγια
Ο Κοντογιάννης πολεμά χειμώνα καλοκαίρι
Πασάδες τρεις τον πολεμούν πασάδες τρεις τον κλειούν.
Και πάντα αυτός τους απατάει και πάντα τους ξεφεύγει.
Σφάζει τους Τούρκους σαν αρνιά σαν τα παχειά κριάρια
Μοιργιολογούν οι Τούρκισες και χύνουν μαύρα δάκρυα
Κλαίει και μια χανούμισα μέσα στο Πατραζήκι
Της σκότωσαν τον άνδρα της τον πολυαγαπημένο
Κι ερήμαξαν τα σπήτια του τα μαύρα του σεράγια
Από βραδής μοιργιολογάει και το ταχύ το λέγει
Ανάθεμά σε κλεφτουριά και σένα Κοντογιάννη
Οπ' έσφαξες το μπέη μου τον άνδρα το δικό μου
Και χήρα με κατάντησες τριών χρονών νυφούλα.
Κοιμάται η Καπετάνισσα του Κοντογιάννη η νύμφη
Μέσ' τα χρυσά παπλώματα, μεσ' τους χρυσούς σελτέδες
Να την ξυπνήσω σκιάζομαι, να της το πω φοβούμαι.
Εμασα μοσχοκάρυδα και την πετροβολάω
Για να την πάρη η μυρωδιά και μόνη να ξυπνήση
Σαράντα μοσχοκάρυδα της ρίχνω στην αράδα
Κι' από τον μόσκο τον πολύ και την μοσχοβολιά του
Ανοιξε τα ματάκια της και με γλυκορωτάει
«Παιδί μου τι μας έφερες από τους Καπετάνους;»
«Κακά ψυχρά κι' ανάποδα σας έφερα κυρά μου
Το Νικολάκη πιάσανε, τον Κωνσταντή βαρέσαν
Τα μάγουλά της έπιασε και τάκανε κομμάτια
Κι έβαλε μια ψηλή φωνή 'πο την καρδιά της μέσα
«Μανούλα μου και θειάκω μου δέστε μου το κεφάλι
Με μπόλες δέκα τέσσαρες για να μοιρολογήσω
«Να κλάψω για τον Κωνσταντή και για τον Νικολάκη
«Πούταν κολώνες στα βουνά και φλάμπουρα στους κάμπους
Και στων Πασάδων την οργή θεμελιωμένοι πύργοι.
Εσείς κορίτσια του Δαδιού κι οι ώμορφες της Πάτρας
Να πήτε χαιρετίσματα του Μήτσο Κοντογιάννη,
Να μη μου κλάψη τα' άρματα κι' ουδέ τη λεβεντιά μου
Στης Καλλιακούδας το βουνό πουλιά'νε μαζεμμένα και τρώνε
το κορμάκι μου.
ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΑΚΗ
Ο Ζαχαράκης, πρωτοπαλλήκαρο του Κοντογιάννη, και ύστερα οπλαρχηγός της Οίτης, αντιστάθη με επιτυχία κατά του Γιουσούφ Αράπη, ο οποίος το 1806 διέτρεχε με ισχυρές δυνάμεις κατ' εντολήν του Αλή πασά την Αιτωλία και τη Φθιώτιδα προς καταπολέμηση των αρματωλών και των κλεφτών. Πολλά δημοτικά τραγούδια αφηγούνται νικηφόρες συμπλοκές του Ζαχαράκη προς τον φοβερό δερβέναγα του Αλή Πασά .Ο οποίος με την συνεχή καταδίωξη των υπόδουλων Ελλήνων και με τα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλλε αυτούς, έσπερνε παντού τον τρόμο
Θέλετε δέντρ' ανθήσετε, θέλετε μαραθήτε,
'ς τον ήσκιο σας δεν κάθομαι μήτε και 'ς τη δροσιά σας,
μόν' καρτερώ την άνοιξη, τόμορφο καλοκαίρι,
να μπουμπουκιάση το κλαρί, ν' ανοίξη το ροδάμι,
να βγω ψηλά 'ς τον Αρμυρό, ψηλά 'ς την Παλιοβούνα,
για να σιουρίξω κλέφτικα, να μάσω τα μπουλούκια.
Μπουλούκια πούθε βρίσκεστε, όλα να μαζωχτήτε,
τι εβγήκε ο Σούφης το σκυλί και κυνηγάει τους κλέφταις.
Σέρνει τσεκούρια 'ς τάλογα, τσεκούρια 'ς τα μουλάρια,
για να τσακίζη γόνατα, για να τσακίζει χέρια.
Κι' όσοι κλέφτες τ' ακούσανε, πάνε να προσκυνήσουν.
Ο Ζαχαράκης μοναχά δεν πάει να προσκυνήση.
Ράχη σε ράχη περπατεί, λημέρι σε λημέρι.
"Εγώ ραγιάς δε γίνουμαι, Τούρκους δεν προσκυνάω.
Ελάτε, παλληκάρια μου, όλοι να συναχτήτε,
τι έχω να κάμω πόλεμο μ' αυτόν το Σουφ αράπη,
να δείξουμε τη λεβεντιά και την παλληκαριά μας,
να ιδή ντουφέκι κλέφτικο, τα βόλια μας πού πέφτουν,
να μη περνά να τυραγνά αδύνατους ραγιάδες."